Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Νόσος Alzheimer


 
Η “νόσος Alzheimer’’ είναι μια εκφυλιστική ασθένεια του εγκεφάλου, που προκαλεί την καταστροφή μεγάλου αριθμού νευρικών κυττάρων. Η νόσος αυτή αποτελεί τη βασικότερη αιτία πρόκλησης άνοιας στον άνθρωπο, επηρεάζοντας τμήματα του εγκεφάλου που ελέγχουν σημαντικές λειτουργίες όπως η σκέψη, η ομιλία, η μνήμη και η συμπεριφορά. H ηλικία είναι ο βασικότερος παράγοντας κινδύνου, όσο αυξάνεται τόσο διογκώνεται η πιθανότητα προσβολής από τη νόσο.
Η εμφάνιση της ασθένειας, η σοβαρότητα, η ταχύτητα επιδείνωσης, η διαδοχική εκδήλωση των συμπτωμάτων και η προοδευτική αποδόμηση της προσωπικότητας, διαφέρουν σημαντικά από ασθενή σε ασθενή.

Μερικά από το πιο συνηθισμένα συμπτώματα ή καταστάσεις:
  • Δυσκολία στην αναγνώριση συγγενών ή φίλων
  • Ανικανότητα απομνημόνευσης ονομάτων, αντικειμένων και ημερομηνιών
  • Μνήμη με ελλείψεις
  • Αδυναμία αυτοσυντήρησης
  • Υποδομημένη σκέψη & ομιλία
  • Αποπροσανατολισμός
  • Αδυναμία συγκέντρωσης &εκτέλεσης απλών εντολών
  • Καταθλιπτικά συμπτώματα

Λογοθεραπεία
Ο λογοθεραπευτής ως προς τη νόσο Alzheimer κατέχει μία σημαντική κι αναπόσπαστη θέση στην βοήθεια του ασθενούς να παραμείνει σε ένα βασικό επίπεδο.

Η λογοθεραπευτική αξιολόγηση και παρέμβαση είναι βασική για την πορεία της νόσου.

Ο λογοθεραπευτής ασχολείται με:
  • τη σημασιολογική μνήμη
  • τους τομείς της πραγματολογίας
  • τους τομείς της σημασιολογίας
  • τους τομείς της σύνταξης
  • τους τομείς φωνολογίας
  • την κατανόηση του προφορικού λόγου
  • την προφορική έκφραση
  • την κατανόηση κι έκφραση του γραπτού λόγου (ανάγνωση και γραφή)
  • τις γνωστικές λειτουργίες
  • τη μη λεκτική επικοινωνία (μορφασμούς, χειρονομίες, βλεμματική επαφή),
  • γενικά την επικοινωνία (χρήση του λόγου)
  • την κατάποση

Η θεραπεία στοχεύει:
  • στη καθημερινή επικοινωνία: αναπτύσσοντας κι ενθαρρύνοντας θέματα προς συζήτηση και κοινωνικές σχέσεις με άλλους ανθρώπους
  • στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων επικοινωνίας του ατόμου
  • στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησης
  • στη συντήρηση των ικανοτήτων κατανόησης και έκφρασης του λόγου


Νιούτσικου Κώστια
Λογοθεραπεύτρια

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

Κώφωση - ΒαρηκοΪα



Για την περιγραφή των ατόμων με απώλεια ακοής χρησιμοποιούνται οι όροι «κωφός» και «βαρήκοος». Πιο συγκεκριμένα, Κωφός είναι ο άνθρωπος, ο οποίος δεν κατανοεί την ομιλία μόνο με την ακοή του, είτε φοράει είτε δεν φοράει ακουστικά βαρηκοΐας και χρησιμοποιεί την νοηματική ή την γραπτή γλώσσα για να αντιληφθεί τους συνομιλητές του. Σε αυτή την περίπτωση η υπολειμματική ακοή του είναι πάνω από 70dB. Βαρήκοος είναι αυτός που δυσκολεύεται να αντιληφθεί την ομιλία μόνο μέσω του αυτιού του, ωστόσο δεν παρεμποδίζεται, με αποτέλεσμα να κατανοεί το μεγαλύτερο ποσοστό των πληροφοριών. Η ακουστική απώλεια ενός βαρήκοου ατόμου είναι από 35dB ως 69dB.

            Επιπλέον, υπάρχουν δυο ομάδες κωφών ατόμων, κατά τις οποίες ο διαχωρισμός γίνεται σύμφωνα με την ηλικία που εμφανίζεται η ακουστική βλάβη. Ο όρος προγλωσσικά κωφό άτομο χρησιμοποιείται για την περιγραφή των ατόμων που η ακουστική απώλεια ήταν παρούσα κατά την γέννηση ή εμφανίστηκε πριν την ανάπτυξη της γλώσσας. Ενώ ο όρος μεταγλωσσικά κωφό άτομο αναφέρεται στα άτομα που το πρόβλημα ακοής εμφανίστηκε αφού πρώτα είχε αναπτυχθεί η ομιλία τους.
Σύμφωνα με τον Smith (1975), η διαφοροποίηση των κωφών ή βαρήκοων ατόμων ανάλογα με τον βαθμό απώλειας της ακοής του είναι απαραίτητη για την διαγνωστική διαδικασία διότι υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ του βαθμού απώλειας της ακοής και της ανάπτυξης της ομιλίας.


Σχέση υπολειμματικής ακοής & ομιλίας:

Φυσιολογική ακοή (0-15 dB): Δεν υπάρχει δυσκολία στην αντίληψη & στην κατανόηση της ομιλίας.
Πολύ μικρού βαθμού βαρηκοΐα (15–25 dB): Μικρή δυσκολία στην αντίληψη & στην κατανόηση της ψιθυριστής ομιλίας.
Μικρού βαθμού βαρηκοΐα (25-40 dB): Δυσκολία στην αντίληψη & στην κατανόηση της ψιθυριστής ομιλίας.
Μέτριου βαθμού βαρηκοΐα (40-55 dB): Δυσκολία στην αντίληψη & στην κατανόηση της συνηθισμένης ομιλίας.
Μεγάλου βαθμού βαρηκοΐα (55-70 dB): Δυσκολία στην αντίληψη & στην κατανόηση της μεγαλόφωνης ομιλίας.
Πολύ μεγάλου βαθμού βαρηκοΐα (70-90 dB): Το άτομο αυτό μπορεί να αντιληφθεί μόνο την πολύ φωναχτή ομιλία με την χρήση ακουστικών βαρηκοΐας, αλλά δεν μπορεί να την κατανοήσει.
Πάρα πολύ μεγάλου βαθμού βαρηκοΐα (90-110 dB): Η ομιλία δεν γίνεται αντιληπτή ακόμα και με την χρήση ακουστικών βαρηκοΐας.

Ποιοι είναι οι παράγοντες που παίζουν καθοριστικό ρόλο στο να αναπτύξει ένα κωφό παιδί είτε την ομιλούμενη γλώσσα είτε την νοηματική γλώσσα;

Ο βαθμός της υπολειμματικής ακοής
Η ηλικία εμφάνισης της απώλειας της ακοής
Η αιτιολογία
Η ηλικία διάγνωσης της κώφωσης
Η ικανότητα των γονιών να επικοινωνούν με το κωφό παιδί τους
Η αποδοχή της κώφωσης του παιδιού από τους γονείς του

Οι σημαντικότερες αιτίες της κώφωσης είναι:

Η κληρονομικότητα
Η ερυθρά, αν νοσήσει η μητέρα κατά την εγκυμοσύνη.
Η ασυμβατότητα αίματος μητέρας παιδιού
Άλλες περιπλοκές συσχετιζόμενες με προωρότητα, η ανοξία του εμβρύου σε περιπτώσεις παράτασης του τοκετού
Οι κακώσεις κατά τον τοκετό
Η εμφάνιση πυρηνικού ίκτερου μετά τη γέννηση του παιδιού
Η χρήση ωτοτοξικών φαρμάκων
Παθήσεις μη κληρονομικές
Περιπτώσεις τραυματισμών

Επιδημιολογία

Σύμφωνα με έρευνες που έχουν γίνει είναι αρκετά δύσκολο να υπολογίσει κανείς τον ακριβή αριθμό των ατόμων που υποφέρουν από απώλεια ακοής. Κατά προσέγγιση το 16 τοις εκατό των Ευρωπαίων ενηλίκων ηλικίας από 18 ως 80 ετών παρουσιάζουν κώφωση πάνω από 25dB. Στις ΗΠΑ, το 2 τοις εκατό των παιδιών που γεννιούνται έχουν απώλεια ακοής και το 15 τοις εκατό του συνόλου των παιδιών και των νέων ηλικίας 6 ως 19 ετών πάσχουν από προσωρινή ή μόνιμη απώλεια ακοής. Στα ίδια επίπεδα κυμαίνονται και τα ποσοστά στην Ευρώπη.

Γλωσσικά Χαρακτηριστικά

Στην κώφωση, συνήθως, παρουσιάζονται προβλήματα στην κατανόηση του λόγου, καθυστέρηση λόγου και ομιλίας, διαταραχές άρθρωσης και προβλήματα προσωδίας.

Η ανάπτυξη της ομιλούμενης γλώσσας είναι διαφορετική στο κωφό παιδί απ’ ότι στο ακούον παιδί. Τα κωφά παιδιά αναπτύσσουν αισθητηριοκινητικές δομές χρησιμοποιώντας την όραση και την αφή, διότι δεν λαμβάνουν ακουστικά ερεθίσματα. Επομένως, είναι  δύσκολο να κατακτηθεί η γλώσσα και η προφορική ομιλία είναι αρκετά περιορισμένη. Έρευνες έχουν δείξει ότι υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στον τομέα της ανάπτυξης της γλώσσας. Σύμφωνα με την Λαμπροπούλου (1993) τα γλωσσικά χαρακτηριστικά που παρατηρούνται είναι:

*      Σπάνια χρήση πολύπλοκων προτάσεων.

*      Αρκετά μικρό μήκος προτάσεων.

*      Σπάνια χρήση αντωνυμιών, βοηθητικών ρημάτων, συνδέσμων και παθητική φωνή.

*      Συχνότερη χρήση ουσιαστικών και ρημάτων.

*      Προσθήκες ή παραλήψεις λέξεων, οι οποίες είτε είναι λάθος είτε δεν χρειάζονται.

*      Παραλήψεις άρθρων, προσδιορισμών και προθέσεων.

*      Αρκετά λάθη στην σύνταξη των προτάσεων.

Επιπλέον, παρατηρείται: περιορισμένο λεξιλόγιο και δυσκολία στην κατανοήση ιδιωματισμών, μεταφορών και αφηρημένων εννοιών.  Η ομιλία είναι μονότονη, δεν έχει ροή και καταληπτότητα.



Κέλλυ Κολοβέα, BSc
Λογοθεραπεύτρια





Σχετικές έρευνες:

*      Lazarou, E. & Hatzopoulou, M. 2010. The effect of Cochlear Implants on Phonological Acquisition. International Speech Communication Association, pp. 89 -92.

 Βιβλιογραφία:

*      Κουρμπέτης, Β. & Χατζοπούλου, Μ. 210. Μπορώ και με τα μάτια μου. Εκπαιδευτικές Προσεγγίσεις και Πρακτικές για Κωφούς Μαθητές. Αθήνα: Καστανιώτης.

*      Moores, D.F. 1996. Educating the Deaf: Psychology, Principles & Practices. 4th ed. Boston: Houghton Mifflin.

 Χρήσιμοι Σύνδεσμοι:





Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Υπερκινητικότητα - ΔΕΠ-Υ

Η αυξημένη κινητική δραστηριότητα των παιδιών αποτελεί βασικό τους χαρακτηριστικό. Ωστόσο, ορισμένα παιδιά παρουσιάζουν υπερβολική ενεργητικότητα σε σύγκριση με τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας τους. Η διάκριση μεταξύ φυσιολογικής ζωηρότητας και ΔΕΠ-Υ είναι αρκετά δύσκολη διαδικασία. Ένα υπερκινητικό παιδί παρουσιάζει δυσκολίες και σε άλλους τομείς της συμπεριφοράς του.

Ειδοποιός Διαφορά

Τα ζωηρά παιδιά μπορούν τα ελέγξουν την κινητική τους δραστηριότητα ανάλογα με τις περιστάσεις.
Τα υπερκινητικά παιδιά δυσκολεύονται αρκετά να παραμείνουν ήσυχα όταν αυτό απαιτείται.

Παράδειγμα:
Ένα ζωηρό παιδί στο σχολείο μπορεί να περιορίσει την ενεργητικότητά του στην διάρκεια του μαθήματος.Αντιθέτως, ένα υπερκινητικό παιδί δυσκολεύεται πάρα πολύ να παραμείνει ήσυχο και να συγκεντρωθεί την ώρα του μαθήματος.

Χαρακτηριστικά παιδιών με ΔΕΠ-Υ

Συνήθως είναι αδέξια / απρόσεκτα (αδρή και λεπτή κινητικότητα).
Δυσκολεύονται στη ζωγραφική, κούμπωμα κουμπιών κ.α.
Έχουν ανήσυχο ύπνο ή κοιμούνται ελάχιστα.
Παρουσιάζουν δυσκολίες στον λόγο και στην ομιλία τους (αρκετά μεγάλο ποσοστό εμφανίζει καθυστέρηση στην ανάπτυξη της ομιλίας).
Περιορισμένη ικανότητα συγκέντρωσης.
Αντιδραστική συμπεριφορά.
Έλλειψη συνεργασίας.
Διάσπαση προσοχής.

Παρέμβαση

Η παρέμβαση για την αντιμετώπιση της διαταραχής είναι μια αρκετά δύσκολη διαδικασία. Κάθε υπερκινητικό παιδί έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετικές δυσκολίες, τα οποία διαπιστώνονται μετά από την αξιολόγηση. Για την αποκατάσταση απαιτείται η συνεργασία μιας εξειδικευμένης διεπιστημονικής ομάδας (ειδικοί ψυχικής υγείας, ιατροί, σχολικό προσωπικό).



Κέλλυ Κολοβέα
Λογοθεραπεύτρια